Γράφει ο Ελευθέριος Βερυβάκης, τ. Υπουργός – Βουλευτής

Πριν λίγες μέρες η είδηση της εισηγήσεως υπέρ της επανάληψης της «Δίκης των έξι» του 1922 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, που κατέθεσε ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ενώπιον της Ολομελείας του Ανώτατου Δικαστηρίου, πέρασε στον Ελληνικό Τύπο και συζητήθηκε εκτεταμένα.

Εμείς από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς μας, δεν προχωρήσαμε αμέσως σε οποιοδήποτε σχόλιο για αυτή την πολύ περίεργη, πάρα πολύ περίεργη είδηση!!! – που θα πρέπει να εξετάζεται και μέσα στα πλαίσια της «μόδας» των τελευταίων εποχών του «ιστορικού αναθεωρητισμού», που έχει βάλει στο μάτι για πολλούς και διάφορους, ποικίλους λόγους σκοπιμότητας των επιγενομένων, την ανθρώπινη ιστορία – όμως έστω τώρα θέλουμε να διατυπώσουμε την έκπληξη και αντίρρησή μας σε παρόμοιες μεθοδεύσεις και αυθαιρεσίες των επιγενόμενων, που contra στα δεδομένα των εποχών που γέννησαν τα ιστορικά γεγονότα, «αναπλάθουν, αναμορφώνουν και αναγεννούν» ό,τι προηγήθηκε, που δεν τους αρέσει ή δεν τους εξυπηρετεί.

Γιατί με μια παρόμοια λογική ολόκληρη η ιστορική διαδρομή των ανθρώπων και των γεγονότων είναι δυνατόν να «ξανακατασκευαστεί» στον κλειστό «ιστορικό θάλαμο» του εργαστηρίου των επιζώντων και να λανσάρεται σαν «ΙΣΤΟΡΙΑ».

Ειδικότερα όμως, σε αυτή την υπόθεση της «Δίκης των έξι», που αφορά την ιστορική ακροαματική διαδικασία, που διεξήχθη από Έκτακτο Στρατοδικείο το διάστημα 31 Οκτωβρίου έως 15 Νοεμβρίου 1922, στην Παλαιά Βουλή. Στο εδώλιο κάθισαν, ύστερα από πόρισμα ανακριτικής επιτροπής υπό την προεδρία του υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου, οκτώ πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή και στη Μικρασιατική Εκστρατεία την περίοδο 1920-1922 και κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Ήταν οι πρώην πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης και Νικόλαος Στράτος, ο υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη Νικόλαος Θεοτόκης, ο υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Προτωτοπαπαδάκη Γεώργιος Μπαλτατζής, οι υπουργοί Συγκοινωνιών και Εσωτερικών της κυβέρνησης Γούναρη, Ξενοφών Στρατηγός και Μιχαήλ Γούδας αντίστοιχα, και ο αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης, αντιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης. Οι Στρατηγός και Γούδας καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη, ενώ στους υπόλοιπους έξι κατηγορούμενους επιβλήθηκε παμψηφεί η ποινή του θανάτου. Λίγες ώρες αργότερα, οι έξι εκτελέστηκαν στο Γουδή.

Η νομική απορία, που αυτή τη στιγμή γεννάται και κυριαρχεί πάνω από αυτά, που αφορούν την επανάληψη της «Δίκης των έξι», είναι η πολύ απλή λογική ερώτηση: Αν και κατά πόσο ο Άρειος Πάγος αναγνώρισε και αναγνωρίζει έκτακτες καταστάσεις, όπως εκείνες του πολέμου και των σχέσεων, που αναπτύσσονται σε παρόμοιες καταστάσεις κατά την εμπόλεμη περίοδο, εντός της οποίας εξελίχθησαν και τα γεγονότα – που αφορούσαν το τότε έκτακτο Στρατοδικείο Πολέμου – και τα οποία μετά ταύτα, ξανά δικάζονται κάτω από εντελώς άλλες συνθήκες και με άλλα διαφορετικά δεδομένα και χαρακτηριστικά, όπως είναι αυτά που σήμερα ζούμε?

Εάν αυτό συμβαίνει, το ερώτημα – που μοιάζει μεθοδολογικό, αλλά είναι και ουσιαστικό – που μπαίνει είναι: από πού μέχρι που δικαιούται σήμερα ο οποιοσδήποτε Άρειος Πάγος να αποφαίνεται μετά κύρους επί παρομοίων θεμάτων, όπως εκείνα τα οποία συγκρότησαν την ιστορική και νομική υπόσταση της «Δίκης των έξι» ή απλώς βγάζει αποφάσεις σκοπιμότητας για να βαδίζει και με το πνεύμα του συρμού της εποχής.