Η πολιτική κατευνασμού και τα αποτελέσματά της

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΙ ΟΜΩΣ ΑΛΗΘΙΝΟ…

…στο παρελθόν και στο παρόν οδηγεί σε υποδουλώσεις

Γράφει ο Ελευθέριος Βερυβάκης, τ. Υπουργός – Βουλευτής

Α) Ορισμένα δημοσιεύματα των παραμονών της Επετείου Ελληνικής Παλιγγενεσίας – δηλαδή των ημερών που ήδη διατρέχουμε, λίγο πριν από την 25η Μαρτίου 2010 – μας θυμίζουν ότι ό,τι σήμερα ζούμε σαν κορυφαία προβλήματα του Ελληνικού Έθνους, υπήρχαν στο ακέραιο από την εποχή του 1821 και της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά της Σουλτανικής Κυριαρχίας.

Ο δανεισμός της Χώρας, που έχει φτάσει δυστυχώς και σήμερα να αποτελεί ζητούμενο, βασάνισε το Ελληνικό Έθνος σχεδόν ταυτόχρονα με τη γέννησή του. Ήδη από τις αρχές της Επανάστασης του 1821, διαπιστώθηκε η ανάγκη συγκρότησης «επιμελητείας» προκειμένου να εξασφαλίζονται όπλα, πολεμοφόδια, τρόφιμα και μισθοί για τους ενόπλους.

Οι ανάγκες των «επαρχιακών επιμελητειών», καλύπτονταν όπως-όπως από τους τοπικούς πόρους, όμως μετά από την επέκταση της Επανάστασης και την ανάγκη της Κεντρικής Διοίκησης να βρεθούν μεγαλύτερα ποσά από ευρύτερες περιοχές και μεγαλύτερους πόρους, το σύστημα εισκόμισης χρημάτων άλλαξε, γιατί τις πρώτες μεν ανάγκες κάλυπτε η «Φιλική Εταιρεία», τις μεγαλύτερες και ευρύτερες όμως έπρεπε να καλύπτει το «έμβρυο του κράτους», που τότε εδημιουργείτο σαν “υπό διαμόρφωση” Ελληνική Πολιτεία.

Οπότε, το Ελληνικό Έθνος-Κράτος – σαν αναπόφευκτη συνέπεια είχε – να πέσει στα χέρια των κερδοσκόπων και των Golden Boys της εποχής.

Και κατ’ εκείνη την περίοδο ο «Φιλελληνισμός» βοήθησε αποφασιστικά τον Αγώνα του Γένους.

Όμως, οι ανάγκες της μόνιμης λειτουργίας του Ελληνικού Κράτους πειθανάγκασαν και τότε , αλλά και μετά το 1830 – που στήθηκε το Ελληνικό Κράτος δια των Συνθηκών που έκλεισαν τον Αγώνα της Ελληνικής Εξέγερσης κατά των Οθωμανών – σε δανεισμούς και τόκους και επιτόκια από τους ξένους τραπεζίτες και τα Golden Boys των τότε εποχών, που με διάφορες μορφές πληρωνόντουσαν και μετά το 19ο και σχεδόν το τέρμα του 20ου αιώνα, με ελάχιστα διαλείμματα αναστολών ή διακοπών.

Οι βασικές αιτίες ήταν πάντα τα όπλα και οι παντός είδους εξοπλισμοί που ήταν αναγκαίοι, στους Έλληνες προκειμένου να υπερασπίζονται την Ελευθερία και Ανεξαρτησία τους, από διάφορους κατά εποχές εχθρούς, την πρώτη θέση ανάμεσα στους οποίους, κρατούσαν σχεδόν σταθερά οι Τούρκοι.

Β) Τώρα στις εποχές μας, αλλά και στις ημέρες μας το έργο επαναλαμβάνεται ομοιόμορφα και με ελάχιστες παραλλαγές και αλλαγές βρίσκεται καθημερινά στην ημερησία διάταξη της καθημερινότητάς μας.

Παραδείγματος χάριν, τις παραμονές της Εθνικής Επετείου – παρόμοια δημοσιεύματα που αναφέρονται στα γεγονότα, αφενός μεν αυτών των ημερών, αφετέρου δε στους προσφερόμενους εξοπλισμούς, από «Συμμάχους και Φίλους» εμπόρους όπλων, ξανά “παίζουν” σε σύγχρονη εκδοχή όπως κατά τις μέρες της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Γ) Παρά τα πιο πάνω, που αποτελούν τη συνήθη Ελληνική πραγματικότητα, η Ελλάδα θεάται απαθής, όλα όσα συμβαίνουν στον ευρύτερο Ελληνικό χώρο. Ιδιαίτερα, όμως, στο Αιγαίο τις τελευταίες ημέρες, οι Ελληνικές Εθνικο-Αμυντικές Αρχές και το Υπουργείο Εξωτερικών, δείχνει να ανησυχεί από την έξαρση της Τουρκικής προκλητικότητας και αρχίζει να συγκινείται και να εκδηλώνει «εκνευρισμό». Ίσως γιατί αρχίζει πραγματικά να πιστεύει, ότι οι Τούρκοι – μαζί Κεμαλιστές και Νέο-Οθωμανοί – επιζητούν και προετοιμάζουν το έδαφος για “θερμό επεισόδιο” στο Αιγαίο, προφανώς γιατί πιστεύουν ότι και πάλι η Ελληνική παθητικότητα θα επικρατήσει των προκλήσεών τους και δε θα σημειωθεί αντίδραση καμία, όπως εξάλλου έχει συμβεί αναρίθμητες, μέχρι τώρα, φορές.

Οπωσδήποτε, οποιοδήποτε κι αν θα είναι το τελικό αποτέλεσμα, η Αθήνα αποφάσισε να εκδηλώσει την ανησυχία και την “ενόχλησή” της και για αυτό χθες ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας, μιλώντας στο Συνέδριο της International Herald Tribute έλεγε: «η συμπεριφορά της Τουρκίας σε πολλές περιπτώσεις αντιβαίνει κάθε έννοια καλής γειτονίας. Οι διεκδικήσεις έρχονται σε ευθεία αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο, το Κοινοτικό κεκτημένο και την κοινή λογική, όπως αποδεικνύουν τα εμπόδια που θέτει η Τουρκία στις επιχειρήσεις της Frontex». Και αμέσως μετά, προσέθετε: «τα πιο πάνω είναι ενέργειες που μας ενοχλούν, και που φυσικά δε μένουν αναπάντητες, με ό,τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό». Και στη συνέχεια εξέφρασε την πεποίθηση ότι: «η Ελλάδα δεν μπορεί να μείνει θεατής σε μια αέναη μάχη χαρακωμάτων με τους γείτονες», καθώς και ότι «οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι καταδικασμένες στη σύγκρουση». Η πιο πάνω αντίδραση από τους πολιτικούς παρατηρητές κρίνεται σαν απίστευτη, αλλά αληθινή, αν ληφθεί υπόψη η μέχρι στιγμής απόλυτη παθητικότητα με την οποία αντιμετωπίζονται οι Τουρκικές προκλήσεις και τα Τουρκικά σχέδια για “θερμό επεισόδιο” στο Αιγαίο.

Δ) Όμως, την ίδια ώρα σε άλλο σημείο του Αιγαίου, που αποτελεί «νευραλγική περιοχή επαφής» των δύο πλευρών, Τουρκικές πολεμικές συμπεριφορές τόνιζαν ιδιαίτερα, ότι από την πλευρά του Τουρκικού κατοίκου της Ανατολικής Ακτής του – τη Μικρά Ασία – προετοιμάζονται για οποιοδήποτε συμβάν ή επεισόδιο θα μπορούσε να «ανάψει φωτιά» και στις δύο πλευρές.

Ε) Μετά από όλα όσα πιο πάνω σημειώνουμε, οι πολιτικοί παρατηρητές με έμφαση, επαναφέρουν για άλλη μια φορά το θέμα στην ανάγκη επιλογής μιας εκ των δύο δυνατών λύσεων στα Ελληνοτουρκικά.

Αφενός μεν την προετοιμασία της απόκρουσης της Τουρκικής επιθετικότητας – με την τακτική της αποτροπής του εχθρού – ή του κατευνασμού – που ακολουθεί η Κυβέρνηση – αλλά με κίνδυνο σταδιακής απώλειας των δυναμικών ερεισμάτων της Εθνο-Αμυντικής πολιτικής για την υπεράσπιση των Ελληνικών Κυριαρχικών Δικαιωμάτων. Μεικτή ή “μπάσταρδη” επιλογή αποκλείεται και αποτελεί τη χειρότερη δυνατή λύση σε παρόμοιες καταστάσεις.


Advertisements