Η πρόσφατη σύσκεψη του G20 έφερε στην επιφάνεια μία σειρά προβλημάτων, τα οποία μέχρι σήμερα εκρύβοντο επιμελώς «κάτω από το χαλί».

Πριν αναφερθούμε στα τελικά συμπεράσματα της σύσκεψης του Καναδά, πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτά ήταν αποτελέσματα ενός συμβιβασμού (Kompromiss γερμανιστή), αφού το άρωμα των θέσεων της Καγκελαρίου Μέρκελ υπήρξε τελικά εντονότερο.

Καταρχήν το πρώτο ζήτημα που πλέον πλανάται πάνω από τις κεφαλές όσων αρχηγών κρατών μετέχουν στα G20, αλλά και σε άλλες χώρες εκτός της Ομάδος, είναι η νομιμοποιητική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται αυτός ο «φορέας». Έχει νομιμότητα το G20 και από πού την έλκει; Αυτό είναι ένα αξονικής σημασίας ερώτημα. Βεβαίως ουδενός διαφεύγει ότι το G20 είναι αποτέλεσμα της επιθυμίας και τις επιβολής των πιο ισχυρών κρατών; Εδώ πρέπει να επισημάνουμε τις απόψεις της Νορβηγίας η οποία δια του Υπουργού Εξωτερικών της διατύπωσε την άποψη ότι «Το G20 στερείται παντελώς διεθνούς νομιμότητος». Και ακολουθεί το επόμενο ερώτημα δικαιούνται τα μέλη του G20 να αποφασίζουν για τις οικονομικές και συνακόλουθα, πολιτικές τύχες των δισεκατομμυρίων λαών του πλανήτη;

Ένα άλλο ερώτημα το οποίο επίσης δεν έχει πάρει και αυτό, όπως και τα δύο προηγούμενα, τη δέουσα δημοσιότητα, αλλά δεν παύει να διατυπώνεται ακόμη και από πολλούς μετέχοντες εκπροσώπους του G20. Είναι το θέμα της αντιπροσωπευτικότητας.

Πως νομιμοποιείται η συμμετοχή της Σαουδικής Αραβίας στους G20 όταν είναι βέβαιο ότι σε καμία περίπτωση δεν εκφράζει το σύνολο του Αραβικού κόσμου ή ακόμη με πιο κριτήριο συμμετέχει η Νότια Αφρική, όταν βεβαίως, σε καμιά περίπτωση δεν εκπροσωπεί την αφρικανική Ήπειρο!

Και ακόμη η συμμετοχή της Τουρκίας τι υποδηλώνει? Ποιους εκπροσωπεί η Τουρκία και ως τι? Ως μουσουλμανική χώρα, όταν είναι σε πλήρη αντίθεση με τα εκατομμύρια των μουσουλμανικών λαών ή ως «αναδυόμενη οικονομική δύναμη», όταν είναι παγκοίνως γνωστή η ευθραστότητα της οικονομίας της?

Και όλα αυτά όταν απουσιάζουν χώρες με πραγματικά ισχυρή οικονομία, όπως η Νορβηγία η οποία είναι μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης ή απουσιάζουν χώρες οι οποίες πρωτοστατούν στις νέες μορφές οικονομίας, όπως η Σουηδία, που πρωτοστατεί για την Πράσινη Ανάπτυξη ή η Δανία που παίζει κύριο ρόλο για την κλιματική αλλαγή.

Πέραν όλων όμως αυτών των διαδικαστικών αλλά τόσο σοβαρών θεμάτων υπάρχουν και μια σειρά άλλων αντιθέσεων και αντιφάσεων, ανάμεσα στους συμμετέχοντες στο G20.

Κατ’ αρχήν έχουμε μια κατηγορία συμμετεχόντων οι οποίοι αποφεύγουν να εκφράσουν τις πραγματικές τους απόψεις γύρω από το τεράστιο πρόβλημα των δημοσιονομικών και οικονομικών ζητημάτων που απασχολούν τον πλανήτη. Με δεδομένο δε ότι πολλοί δεν αποσαφηνίζουν απολύτως τις θέσεις τους, δεν είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει μια απόλυτη και σταθερή απόφαση, η οποία και θα εφαρμοσθεί, γι’ αυτό άλλωστε και ο συμβιβασμός στον οποίο αναφερθήκαμε και αρχικώς.

Έτσι στο θέμα των υποστηριζόμενων απόψεων έχουμε διάφορες τάσεις π.χ. η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και μερικές άλλες χώρες υποστηρίζουν ότι η Πολιτική «πρέπει να καθορίζει την οικονομία, προτείνοντας να έχουν τα Κράτη τον έλεγχο στις Τράπεζες, σε όλο το Δημοσιονομικό χώρο». Εξ αντίκρυς – αντίθετες είναι οι απόψεις του Πρωθυπουργού του Καναδά, ο οποίος έχει δηλώσει επανειλημμένως ότι είναι «εξ’ ολοκλήρου αντίθετος σε οποιαδήποτε διαδικασία ελέγχου του Τραπεζικού Συστήματος».

Πριν όμως καταγράψουμε τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Σύσκεψη, πρέπει να προσδιορίσουμε μία αξονικής σημασίας αντιπαράθεση, η οποία υπάρχει μεταξύ των δύο κυριότερων τάσεων μέσα στους κόλπους του G20.

Κατ’ αρχήν και όσον αφορά τους λόγους που οδήγησαν στην Παγκόσμια αυτή Κρίση, του Καπιταλιστικού Συστήματος, είτε απολύτως και κατηγορηματικά, είτε με ενδοιασμούς και «επιφυλάξεις», όλοι παραδέχονται ότι η αφορμή και τα αίτια αυτής της κρίσης οφείλουν σε ένα από τα «σκέλη» του Συστήματος, που δεν είναι άλλο από το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα, του οποίου η «παραγωγικότητα» παράγει εύκολο, αλλά εν πολλοίς «αεριτζίδικο» κέρδος δηλαδή «αέρα», εξ’ ου και οι «φούσκες» που σκάνε στα Χρηματιστήρια με όλες τις συνέπειες και επιπτώσεις σε τελική ανάλυση επί του ανθρώπινου πληθυσμού, ο οποίος στο τέλος καλείται να αναπληρώσει τα «χαμένα», με τη μείωση των αποδοχών του, παρά την υπεραξία που παράγει – για να συμφωνήσουμε σ’ αυτό τουλάχιστον το σημείο με τον Μάρξ – ο εργαζόμενος στις κλασσικές παραγωγικές εργασίες, οι οποίες όντως παράγουν υπεραξία.

Και όσον αφορά τη διαπίστωση λιγότερο ή περισσότερο, όπως προαναφέραμε η διάγνωση συμπίπτει.

Εκείνο στο οποίο όμως υπάρχει διαφωνία είναι ο τρόπος αντιμετώπισης του φαινομένου. Δηλαδή η εσωτερική διαφωνία ανάμεσα στους Ηγέτες της Δύσης που μετέχουν στην Σύνοδο των G20.

Στη σύγκρουση αυτή έχουμε μια θεωρητική αντιπαράθεση, όπου ο Μάξ Βέμπερ αντιπαρατίθεται στον Τζων Μάϋναρ Κέϋνς.

Στη θεωρητική αυτή αντιπαράθεση το ιστορικό παράδοξο επί του πρακτέου είναι ότι μέχρι τώρα «τα τελευταία 30 χρόνια το αγγλοσαξονικό μοντέλο προέτασσε τον εξορθολογισμό των δημοσιονομικών μεγεθών και την απουσία κρατικών παρεμβάσεων στην Οικονομία (ΗΠΑ – Μ. Βρετανία κλπ.) δηλαδή εκινείτο στα πλαίσια των θεωριών Κέϋνς , εσχάτως αυτή η εικόνα αντιστράφηκε.

Αντιθέτως, και ενώ οι Ευρωπαίοι, δηλαδή οι Γαλλογερμανοί, ιδίως οι τελευταίοι ακολουθώντας τις θεωρίες του Μαξ Βέμπερ για την Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καπιταλισμού εφήρμοζαν μια πολιτική σφιχτής αποταμιευτικής πολιτικής, αλλά δεν παρέλειπαν και τις θέσεις της αλληλεγγύης και του Κοινωνικού Κράτους. Τώρα η Ε.Ε., όπως αυτή εκφράζεται δια της Μέρκελ, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα των δημοσιονομικών και οικονομικών ανισοτήτων και ιδιαίτερα μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, δεδομένου ότι δεν έχει και ενιαία οικονομική πολιτική, διότι μόνο δημοσιονομική πολιτική έχει, δεν διστάζει να υποστηρίξει και υιοθετεί (νέο)φιλελεύθερες αρχές δημοσιονομικής δραστηριότητας με επιβολή σκληρής λιτότητας σε πανευρωπαϊκή βάση.

Αυτά όσον αφορά τις εσωτερικές αντιφάσεις και αντιθέσεις. Όσον αφορά τις απολήξεις, έχουμε μια απόφαση συμβιβασμού (Κompromiss), όπως και αρχικά αναφέραμε, είναι μια συμβιβαστική λύση, με έντονο το άρωμα της γερμανικής συνταγής.

Έτσι σύμφωνα με το Γαλλικό πρακτορείο αποφάσισαν «για να είναι βιώσιμη η ανάκαμψη, οφείλουμε να συνεχίσουμε τα υπάρχοντα προγράμματα για την ανάκαμψη και να εργαζόμαστε ταυτοχρόνως για να δημιουργήσουμε συνθήκες μιας σταθερής ιδιωτικής ζήτησης. Ταυτόχρονα τα πρόσφατα γεγονότα υπογραμμίζουν τη σημασία των βιώσιμων δημοσιονομικών και την ανάγκη για τις χώρες μας να φτιάξουν αξιόπιστα προγράμματα δημοσιονομικής βιωσιμότητας, που θα είναι κατάλληλα κατανεμημένα και υπέρ της ανάπτυξης, που θα είναι διαφοροποιημένα και προσαρμοσμένα στις εθνικές καταστάσεις».

Εξάλλου στο άλλο σημείο το οποίο αποτελεί σημαντικό «αγκάθι» για τους G20 είναι αυτό που προαναφέραμε και αφορά την στάση των Κρατών, αυτοτελώς και μεμονομένως βεβαίως, διότι ενιαία θέση δεν μπορούν να έχουν για τους λόγους που προαναφέραμε. Δηλαδή μια στιβαρή πολιτική απέναντι στον ισχυρό σήμερα βραχίονα του Καπιταλισμού δηλαδή το τραπεζικό σύστημα που είναι κυρίαρχο.

‘Ετσι και εδώ η απόφαση είναι προαιρετική και κατά βούληση. Συμφωνήθηκε δηλαδή να επιτραπεί στα Κ-Μ του G20 εφόσον το επιθυμούν – και το μπορούν οι πολιτικοί, θα πρόσθετε ο υπογράφων – να επιβάλλουν φόρους στις τράπεζες τους, απορρίπτοντας ωστόσο τις εκκλήσεις για την επιβολή ενός παγκόσμιου φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.

Τα Ευρωπαϊκά Κράτη και οι ΗΠΑ επιθυμούν οι τράπεζες τους να πληρώσουν για τα μεγάλα πακέτα στήριξης που τους προσφέρθηκαν τον τελευταίο 1,5 χρόνο, τη στιγμή που ο Καναδάς και κάποιες αναδυόμενες χώρες των οποίων ο τραπεζικός τομέας επηρεάστηκε λιγότερο από την οικονομική κρίση αντιτίθενται σε αυτό το ενδεχόμενο, καθώς φοβούνται ότι η επιβολή ενός φόρου σε όλες τις χώρες της G20 θα βλάψει την οικονομία τους.

Έτσι αντιλαμβάνεται, ο οποιοσδήποτε, ότι αφού αποφάσεις διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΗΕ, το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, που είναι οργανισμοί δημιουργημένοι με γενικώς αποδεκτές αποφάσεις και υποχρεωτικές, αγνοούνται πως είναι δυνατόν ένα δημιούργημα συμφερόντων των ισχυρών οικονομικών χωρών να αποφασίζει και να εκδίδει αποφάσεις, οι οποίες να γίνονται σεβαστές?

Συμπέρασμα από όλα τα ανωτέρω και ενδεχομένως και άλλα είναι ότι η G20 είναι μία «ομήγυρις», που αποφασίζει κατά το δοκούν για τα συμφέροντα των ισχυρών συμμετεχόντων, οι δε υπόλοιποι «μετέχοντες» ακολουθούν κατά περίπτωση, οι δε μη μετέχοντες πράττουν κατά το δοκούν.

Αποτέλεσμα οι βίαιες διαστάσεις των συγκρούσεων, οι εκατοντάδες συλλήψεις διαδηλωτών και η παγκόσμια αδιαφορία της Διεθνούς Κοινής Γνώμης για όσα αποφασίζουν πλην του προβληματισμού για το 1,1 δις $ ΗΠΑ που κόστισε η διοργάνωση στους Καναδούς (πέραν των εξόδων μετακίνησης τα οποία βάρυναν τους μετέχοντες 20 Ηγέτες με τα επιτελεία τους και τις φρουρές τους) σε μια εποχή Παγκόσμιας Οικονομικής Κρίσης.

Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του Γ. Γραμματέα της Διεθνούς Εργατικής Συνομοσπονδίας Σάρον Μπάροου, ο οποίος δήλωσε μετά την λήξη της Συνόδου : «Είναι η λάθος ανακοίνωση στη λάθος ώρα – ένα ουσιαστικά περιγραφικό κείμενο απαράδεκτα αδιάφορο για την επιδεινούμενη Κρίση των θέσεων εργασίας, τη στιγμή που οι κίνδυνοι ανεργίας αυξάνουν και πάλι ως αποτέλεσμα των πρώϊμων μέτρων μείωσης των ελλειμμάτων».

Ενώ αντίθετα ο Υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας της οποίας οι απόψεις επικράτησαν, Σόϊμπλε σημείωσε στο Reuters ότι «αβεβαιότητα απέναντι σε υπερβολικά υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, αποτελεί το κύριο εμπόδιο σε μια ανάκαμψη» επηρεασμένος προφανώς και αυτός από την κρίση του 1930, που αποτελεί διαχρονικό εφιάλτη για τους Γερμανούς, γιατί τους παρακολουθεί η σκιά και το κόμπλεξ του χιτλερικού Νατσισμού. Και οι Γερμανοί είναι πολύ συντηρητικοί και στενόμυαλοι για να αντιληφθούν τα σημερινά μηνύματα.

Δρ. Αριστείδης Δ. Πάνος

Πολιτειολόγος