Για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι…

Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρωταγωνιστής και Βάρδος του Αντιδικτατορικού Αγώνα

…αλλά και τον Δημοκρατικό Εξοπλισμό της Ελληνικής Κοινωνίας

Γράφει ο Ελευθέριος Βερυβάκης, τ. Υπουργός – Βουλευτής

Η 45η επέτειος της 21ης Απριλίου 1967 – η 21 Απριλίου 2012 – έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς από τους εχθρούς και φίλους της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών να θυμηθούν και να θυμίσουν πολλούς και πολλά από τα στοιχεία που την χαρακτήρισαν και την «σφράγισαν».

Σε προηγούμενη ανάρτηση αναφερθήκαμε σε κάποια από τα τελευταία δημοσιεύματα των Φίλων της Δικτατορίας, που θυμήθηκαν τον Γ. Παπαδόπουλο και την Χούντα των Συνταγματαρχών – συσχετίζοντας τους μάλιστα με την παρούσα κακοδαιμονία εξαιτίας της Οικονομικής κρίσης και της σημερινής κοινωνικής αναταραχής.

Εξ αντιθέτου όμως δεν ήταν λίγοι αυτοί που αναφέρθηκαν σε ηρωισμούς και ήρωες εκείνης της εποχής, ανάμεσα στους οποίους την πρώτη διακεκριμένη θέση κρατά από την ώρα της Απόπειρας Τυραννοκτονίας (13 Αυγούστου 1968) ο Αλέξανδρος Παναγούλης.

Μάλιστα, το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα τοποθετήθηκε ο χάλκινος Ανδριάντας του σε κεντρική πλατεία των Αθηνών, με σύνδεση και αναφορά στους παλιούς Τυραννοκτόνους της Αθηναϊκής Δημοκρατίας – τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα – έδωσε την ευκαιρία και την αφορμή σε πολλά από τα πρόσφατα δημοσιεύματα του Τύπου με αναφορές σε εκείνη την εποχή και στους πρωταγωνιστές της.

Μάλιστα δεν ήταν λίγα τα δημοσιεύματα που αναφέρθηκαν εκτεταμένα στη ζωή και τη δράση του Αντιδικτατορικού Αγωνιστή και των Συντρόφων του, προκειμένου “να μην λησμονούν οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι”.

Να ένα από τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, όπως το βρίσκουμε στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής 22 Απριλίου 2012 (υπογράφεται από τον Νίκο Χρυσολορά).

Ιδού τι λέει:

Όταν εκδηλώθηκε η «επανάσταση», ο Αλέκος Παναγούλης, γιος και αδελφός αξιωματικών του Στρατού Ξηράς, υπηρετούσε τη θητεία του στη Βέροια. Ξαφνικά, άρχισε να παριστάνει τον παράφρονα – γιατί προετοίμαζε την λιποταξία του από την μονάδα στη Βέροια στην οποία υπηρετούσε.

«Γιατί δεν κάθεσαι Παναγούλη;» τον ρωτούσαν οι ανώτεροί του. «Γιατί είμαι ο Ακάθιστος Ύμνος» απαντούσε. Μετήχθη στη Θεσσαλονίκη για ψυχιατρική εξέταση, όπου «επείσθη» τελικά να καθίσει.

Κατά την επιστροφή του στη μονάδα είχε την ευκαιρία που είχε σχεδιάσει και λιποτάκτησε, αδίκημα που λόγω της ισχύος του στρατιωτικού νόμου ετιμωρείτο με θάνατο. Γνωστός για τους δημοκρατικούς του αγώνες πριν από τη δικτατορία, δραπέτευσε κυνηγημένος για την Κύπρο και στη συνέχεια, με τη βοήθεια της κυβέρνησης Μακαρίου, κατάφερε να διαφύγει στην Ευρώπη. Όταν επέστρεψε -κρυφά φυσικά- στην Ελλάδα οργάνωσε με τους συντρόφους του απόπειρα δολοφονίας του επικεφαλής της χούντας, Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Ο Παναγούλης, ακολουθώντας το κλασικό παράδειγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, θεωρούσε ότι ο «αποκεφαλισμός» του καθεστώτος πριν προλάβει να εδραιώσει την κυριαρχία του θα οδηγούσε στην κατάρρευσή του.

Στις 13 Αυγούστου 1968 έστησε ενέδρα με εκρηκτικό μηχανισμό στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών – Σουνίου (Βάρκιζα), περιμένοντας την αυτοκινητοπομπή του Παπαδόπουλου. Για τεχνικούς λόγους όμως, η έκρηξη δεν σκοτώνει τον δικτάτορα.

Ο Παναγούλης συλλαμβάνεται επί τόπου και η ενέργειά του αποδοκιμάζεται από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο της εποχής, εκτός του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος την επικροτεί, μιλώντας για «ηρωική πράξη» (παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο ανδρών ήταν και παρέμειναν τεταμένες, αν όχι ψυχρές).

Συγκλονιστική απολογία

Μετά από πολυήμερους εφιαλτικούς βασανισμούς στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΑΤ/ΕΣΑ), ο Παναγούλης οδηγήθηκε σε δίκη. Η απολογία του συγκλόνισε την ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη, καθώς οι ανταποκριτές των ξένων μέσων ενημέρωσης στην Αθήνα δεν υπόκειντο σε λογοκρισία.

Στην αρχή της διαδικασίας, όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου κάλεσε τον «στρατιώτη Παναγούλη Αλέξανδρο» να δηλώσει αν δέχεται ή αρνείται την ενοχή του, εκείνος πέταξε τον στρατιωτικό μπερέ, που βιαίως του είχαν φορέσει οι βασανιστές του και απάντησε ότι αρνείται να υπηρετεί τον στρατό που πρόδωσε την Δημοκρατία και την Πατρίδα. Και αμέσως από την αρχή της δίκης (Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών 3-17/11/1968) από κατηγορούμενος, μετατράπηκε σε κατήγορο.

Δικαιολόγησε την απόπειρα τυραννοκτονίας ως εξής: «Πιστεύω στον διάλογο και τη δημοκρατική αντιπαράθεση των ιδεών. Πιστεύω στην ειρηνική επίλυση των πολιτικών διαφορών. Και όταν υπάρχει έστω και η ελάχιστη δυνατότητα ειρηνικής διεξόδου… τότε η βία είναι απαράδεκτη. Ταυτόχρονα, όμως, πιστεύω ότι… όταν μια κατάσταση ανερχόμενη διά της βίας εδραιώνεται, όταν κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης αυτής της κατάστασης αποδεικνύεται περιττή, διά της βίας επιδιώκεται η ανατροπή της».

Γνωρίζοντας ότι θα καταδικαστεί, προκάλεσε ρίγη στο ακροατήριο με τη δήλωση πως «το ωραιότερο Κύκνειο άσμα οιουδήποτε πραγματικού αγωνιστή είναι ο “επιθανάτιος ρόγχος” προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μιας τυραννίας και αυτήν την θέση αποδέχομαι».

Καταδικάστηκε τελικά «δις εις θάνατον», αλλά η ποινή του δεν εκτελέστηκε ποτέ, λόγω των πιέσεων που δέχθηκε ο Παπαδόπουλος από σύσσωμη τη διεθνή κοινή γνώμη. Το πρωτοφανές και ανεπανάληπτο για πολιτικό κρατούμενο γεγονός, ότι κινητοποιήθηκαν ταυτόχρονα για να τον σώσουν προσωπικότητες όπως ο πρόεδρος των ΗΠΑ, ο πρόεδρος της Γαλλίας, ο καγκελάριος της Γερμανίας, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, ο Γ.Γ. του ΟΗΕ και ο Πάπας της Ρώμης καταδεικνύει ότι ο Παναγούλης πέτυχε τον στόχο του, δηλαδή να στρέψει τα βλέμματα του κόσμου στο ελληνικό δράμα. Ο ίδιος πάντως οδηγήθηκε στη φυλακή και υπέστη τρεις φορές το μαρτύριο της εικονικής εκτέλεσης. Την τρίτη φορά είπε στους βασανιστές του, ότι «στερούνται ανδρικών αδένων για να τον εκτελέσουν».

Τα μαρτύρια που υπέστη ξεπερνούν και την πλέον διεστραμμένη φαντασία: «μαστιγώσεις με καλώδια και συρματόσκοινα σε όλο το κορμί – χτυπήματα με κλομπ στα πέλματα των ποδιών – χτυπήματα με σίδερα στο στήθος και τα πλευρά – εγκαύματα με τσιγάρο στα χέρια και τα γεννητικά όργανα – πέρασμα βελόνας από ευάγωγο μέταλλο στην ουρήθρα και θέρμανσή του με αναπτήρα – απόφραξη των αναπνευστικών οδών μέχρι ασφυξίας – χτυπήματα του κεφαλιού στους τοίχους και το πάτωμα – στέρηση ύπνου». Ποτέ δεν κατονόμασε τους συντρόφους του όμως, ούτε και ζήτησε χάρη ή επιείκεια.

Αποπειράθηκε να δραπετεύσει τρεις φορές. Την πρώτη φορά προδόθηκε, τις άλλες δύο απέτυχε και συνελήφθησαν συναγωνιστές του που τον βοήθησαν. Πέρασε 4,5 χρόνια – όπως επί λέξει έλεγε – «εντοιχισμένος» σε ειδικό κελί στην απομόνωση, επιχειρώντας 25 απεργίες πείνας προκειμένου να διεκδικήσει τα δικαιώματά του ως κρατούμενος.

Στη διάρκεια του εγκλεισμού του έγραψε, συχνά με το ίδιο του το αίμα, ποιήματα πολιτικού χαρακτήρα, τα οποία -με μυθιστορηματικές συνθήκες- διοχετεύθηκαν στο εξωτερικό, μελοποιήθηκαν από τον μουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκαν αργότερα στην εξέγερση της Νομικής και του Πολυτεχνείου (1973) και όχι μόνο.

Με τη Μεταπολίτευση, εξελέγη βουλευτής της Ένωσης Κέντρου. Σκοτώθηκε δύο χρόνια αργότερα σε αυτοκινητικό δυστύχημα, για τις συνθήκες του οποίου έχουν διατυπωθεί πολλά ερωτήματα.

Ο Παναγούλης υπήρξε χωρίς αμφιβολία η κορυφαία μορφή της Αντίστασης εναντίον της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Η δράση του, καθώς και της οικογένειας Παναγούλη (αντιστασιακοί ήταν και τα αδέλφια του) και των συναγωνιστών του (της Ελληνικής Αντίστασης και άλλων Αντιστασιακών Οργανώσεων), έστρεψε την προσοχή των Διεθνών Μέσων Ενημέρωσης στην κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα μας και τα πάθη του αποκάλυψαν την αληθινή φύση του δικτατορικού καθεστώτος.

Στις μέρες μας, όπου λέξεις όπως «αγωνιστής» και «αντίσταση» χρησιμοποιούνται από τα πλέον ευτελή άτομα για τους πλέον ευτελείς σκοπούς, τα έργα και οι ημέρες του Παναγούλη εκθέτουν και γελοιοποιούν τους δήθεν και εκ του ασφαλούς «επαναστάτες» – του Εσωτερικού και του Εξωτερικού του Αντιδικτατορικού Αγώνα ή των μετέπειτα Αγώνων για την Δημοκρατία. Άλλωστε, το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο ήταν ότι ο Παναγούλης δεν ήταν ιδεαλιστής, αλλά ρεαλιστής και πολιτικά μετριοπαθής (ιδεολογικά τοποθετούνταν στην Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου).

Όλες οι πράξεις του ήταν προσεκτικά μελετημένες ώστε να συμβάλουν στην κατεύθυνση ενός και μόνο στόχου: την πτώση της Δικτατορίας. Έφυγε πριν προλάβει να φθαρεί ως σύμβολο, γνωρίζοντας τουλάχιστον, ότι οι αγώνες του απέδωσαν καρπούς.

Όμως, τα πιο πάνω δημοσιεύματα και πολλά άλλα όμοια ή κατ’ αντιπαράθεση προς αυτά, που αναφερόντουσαν στην περίοδο της Δικτατορίας (από 21η Απριλίου 1967 μέχρι 24 Ιουλίου 1974) και μάλιστα με συσχετισμούς προς την επανεμφάνιση φαινομένων και γεγονότων της παρούσης περιόδου αποτελούν πια γραπτά κείμενα της σημερινής εποχής – σε συσχετισμό με την παλαιότερη του παρελθόντος ή για κάποιους με παρόμοιες του μέλλοντος.

Οι πολιτικοί παρατηρητές, που σχολιάζουν στις ιστοσελίδες μας τις εξελίξεις (Π.Π.-Σ.Ι.Ε.) θεωρούν, ότι η επάνοδος της Ελληνικής Κοινωνίας σε διηγήσεις και γεγονότα του παρελθόντος είναι χαρακτηριστική ενός κλίματος, που είτε επιτήδεια καλλιεργείται, είτε ακούσια και καλοπροαίρετα επανέρχεται, δηλώνει όμως ότι και οι νέες και μελλοντικές εποχές πρέπει να αναμένεται ότι θα είναι πέρασμα δια «πυρός και σιδήρου» και για αυτό όχι μόνο χάριν της ιστορικής μνήμης, αλλά και χάριν της μελλοντικής διδαχής, πρέπει να επανέλθουν με τα στοιχεία, που διδάσκουν και διαπαιδαγωγούν τις πλατιές λαϊκές μάζες και ιδιαίτερα την νεότητα στην προσοχή των σημερινών Ελλήνων, που έχουν ανάγκη από τον Δημοκρατικό εξοπλισμό για την απειλή και απόκρουση των κινδύνων κατά της Δημοκρατίας.